
On this page | Περιεχόμενα:
The Trireme | Η Τριήρης




Κάποια στιγμή μετά τον 7ο αιώνα π.Χ., τα ελληνικά ναυπηγεία πρόσθεσαν έναν παρεξειρεσία (στήριγμα) στο κύτος, ώστε να επιτραπεί μια τρίτη σειρά κουπιών, δημιουργώντας έτσι την «τριήρη» (που σημαίνει «έχουσα τρεις σειρές κουπιών»), με κάθε άνδρα να τραβάει ένα κουπί.
Η τριήρης ήταν ένα μακρύ, ευέλικτο πολεμικό σκάφος με τρεις σειρές κουπιών (συνολικά 170 κωπηλάτες). Αποτελώντας φυσική εξέλιξη των διήρεων, η τριήρης ήταν ένα ελαφρύ και γρήγορο κωπήλατο πλοίο με ισχυρό έμβολο. Κατά τη διάρκεια των κλασικών ναυμαχιών, ολόκληρο το πλοίο λειτουργούσε ως βλήμα. Στη μάχη, οι αντίπαλοι ελίσσονταν στη θάλασσα με σκοπό να εμβολίσουν και να διαρρήξουν τους συνδέσμους του εχθρικού πλοίου, βυθίζοντάς το ή αχρηστεύοντάς το.
Οι τριήρεις ήταν τα πιο εξελιγμένα πολεμικά πλοία του 5ου αιώνα π.Χ. και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόκρουση των περσικών εισβολών και στη μετέπειτα εδραίωση της αθηναϊκής ηγεμονίας. Το ρηχό βύθισμά τους τους επέτρεπε να ελίσσονται σε ρηχά νερά και να προσαιγιαλώνονται εύκολα κάθε βράδυ. Αυτός ο επίπεδος πυθμένας καθιστούσε το κύτος πιο ασταθές, αλλά πιο ευκίνητο στα χέρια καλά εκπαιδευμένων πληρωμάτων. Οι τριήρεις διέθεταν τετράγωνα πανιά σε αφαιρούμενους ιστούς για πλεύση όταν οι άνεμοι ήταν ευνοϊκοί.
Σύμφωνα με τον Payne (94), οι Αθηναίοι διεύρυναν τα πάνω καταστρώματα των τριήρεών τους για να χωρέσουν περισσότερους επιβάτες (στρατιώτες), μια εξέλιξη που επέτρεψε επίσης την τοποθέτηση προστατευτικών παραπετασμάτων γύρω από τους θαλαμίτες. Οι ένθετοι οφθαλμοί εκατέρωθεν της πλώρης έδιναν ζωή στο κύτος και του προσέδιδαν την όψη θαλάσσιου πλάσματος που παραμονεύει στα κύματα. Ο Θουκυδίδης μάς πληροφορεί ότι «οι Κορίνθιοι ήταν οι πρώτοι που προσέγγισαν τα σύγχρονα πρότυπα της ναυπηγικής και ότι η Κόρινθος ήταν το πρώτο μέρος στην Ελλάδα όπου κατασκευάστηκαν τριήρεις» (Strassler, 11).
Η τριήρης έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην εξασφάλιση της ανάπτυξης της αθηναϊκής κλασικής εποχής με τη νίκη επί του περσικού στόλου στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ.
Sometime after the 7th century BCE, Greek shipyards added an outrigger to the hull, to allow for a third row of oars, making it a “trireme” (τριήρης, meaning “having three rows of oars”), with each man pulling one oar.
The trireme was a long, maneuverable war vessel with three banks of oars (a total of 170 oarsmen).
A natural development from biremes, a trireme was a light and fast rowing ship with a powerful ram.
During classical naval warfare, the entire ship was a missile. In battle, foes maneuvered at sea with the goal of ramming and rupturing the joints of the enemy ship, thus sinking it or disabling it.
Triremes were the most advanced warships in the 5th century BCE, and instrumental in defeating the Persian invasions, and in the subsequent establishment of Athenian hegemony.
Their shallow draft allowed them to maneuver in shallow waters and to be beached easily every night. This flat bottom made the hull more unstable but more nimble in the hands of well drilled crews.
Triremes had square sails on removable masts for cruising when the winds were favorable.
According to Payne (94) the Athenians widened the upper decks of their triremes to accommodate more marines, a development that also allowed for protective screens to be fitted around the thalamians.”
The inlaid eyes on either side of the bow animated the hull and gave it the look of a sea creature prowling the waves.
Thucydides tells us that “the Corinthians were the first to approach the modern standard of naval architecture, and that Corinth was the first place in Hellas where triremes were built” (Strassler, 11)
The trireme played a big role in securing the development of the Athenian Classical age with their victory over the Persian fleet in the battle of Salamis in 480 BCE.
Trireme Speed | Ταχύτητα Τριήρους
While the square sail allowed the crew to rest by cruising with favorable winds, triremes could reach impressive speeds under oars.
Thucydides records one nonstop passage from Piraeus to Mytilene that a trireme made in little more than twenty-four hours, about 7.5 knots, and Xenophon describes the 129-mile run from Byzantium to Heraclea on the Black Sea being covered at an average speed of about seven knots.
A replica trireme called the Olympias attained sprint speeds of seven knots in its first season. (Triremes were as much as 30 percent faster than penteconters, which remained the standard warship for smaller city-states lacking the resources to build or man larger vessels.)” (Paine, 95).
Ενώ το τετράγωνο πανί επέτρεπε στο πλήρωμα να ξεκουράζεται πλέοντας με ευνοϊκούς ανέμους, οι τριήρεις μπορούσαν να αναπτύξουν εντυπωσιακές ταχύτητες με τα κουπιά.
Ο Θουκυδίδης καταγράφει ένα αδιάλειπτο πέρασμα από τον Πειραιά προς τη Μυτιλήνη που πραγματοποίησε μια τριήρης σε λίγο περισσότερο από είκοσι τέσσερις ώρες, με ταχύτητα περίπου 7,5 κόμβων, και ο Ξενοφών περιγράφει τη διαδρομή 129 μιλίων από το Βυζάντιο προς την Ηράκλεια στον Εύξεινο Πόντο να καλύπτεται με μέση ταχύτητα περίπου επτά κόμβων.
Ένα αντίγραφο τριήρους με το όνομα «Ολυμπιάς» πέτυχε ταχύτητες σπριντ επτά κόμβων κατά την πρώτη της περίοδο δοκιμών. (Οι τριήρεις ήταν έως και 30 τοις εκατό ταχύτερες από τις πεντηκοντόρους, οι οποίες παρέμεναν το πρότυπο πολεμικό πλοίο για τις μικρότερες πόλεις-κράτη που δεν διέθεταν τους πόρους για να ναυπηγήσουν ή να επανδρώσουν μεγαλύτερα σκάφη). (Paine, 95).
Trireme Rowers and Crew | Κωπηλάτες και Πλήρωμα της Τριήρους

Triremes were rowed by 170 oarsmen who were free men and were paid regular salaries. It was not uncommon during the Peloponnesian war for foes to attempt luring enemy rowers to defect for better pay.
Rowers were divided up into three ranks, which corresponded to three levels: “twenty-seven oarsmen per side on the lowest and middle banks (thalamians and zygians, respectively) and thirtyone thranites per side on the upper bank, for a total of 170.
As in biremes, the rowers were staggered, the zygians just above and forward of the thalamians, the thranites just above and forward of the zygians. To compensate for their height above the water—about 1.5 meters as opposed to half a meter for the thalamians—the thranite oars rested on an outrigger that gave the rowers greater leverage.” (Paine, 94).
The crew of a trireme included the 170 oarsmen, persons who kept time with flutes and drums, lookouts, boatswains, and helmsmen alongside a contingent of infantry, archers, and spearmen the number which fluctuates through time and mission.
The residency of sailors grew substantially in Classical Athens, to the point of influencing the balance of power that was hitherto concentrated in the hands of landowners, influencing thus the political system that became more inclusive. The need for manpower, especially for ship crews at certain times also influenced the Athenian city policies, allowing for more relaxed citizenship requirements.
However, sailors and sea merchants were not widely accepted and tensions between seamen and land aristocrats simmered. “But Salamis helped validate the notion of democracy in Athens (where the last tyranny had been overthrown only thirty years before), because the defense of the city involved citizens of humble birth, and not just contingents of wealthier hoplite soldiers.
The role of the former became permanent in the fifth century BCE as Athens nurtured an ever-expanding empire bound to the home city by its merchant and naval fleets”. (Paine, 105).
Οι τριήρεις επανδρώνονταν από 170 κωπηλάτες, οι οποίοι ήταν ελεύθεροι πολίτες και λάμβαναν τακτικό μισθό. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, δεν ήταν σπάνιο για τους αντιπάλους να προσπαθούν να δελεάσουν τους εχθρικούς κωπηλάτες να αυτομολήσουν προσφέροντας καλύτερη αμοιβή.
Οι κωπηλάτες χωρίζονταν σε τρεις τάξεις, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε τρία επίπεδα: «είκοσι επτά κωπηλάτες ανά πλευρά στην κατώτερη και τη μεσαία σειρά (θαλαμίτες και ζυγίτες, αντίστοιχα) και τριάντα ένας θρανίτες ανά πλευρά στην ανώτερη σειρά, συνολικά 170. Όπως και στις διήρεις, οι κωπηλάτες ήταν τοποθετημένοι κλιμακωτά, οι ζυγίτες λίγο πάνω και μπροστά από τους θαλαμίτες, και οι θρανίτες λίγο πάνω και μπροστά από τους ζυγίτες. Για να αντισταθμιστεί το ύψος τους πάνω από το νερό —περίπου 1,5 μέτρο σε αντίθεση με το μισό μέτρο των θαλαμιτών— τα κουπιά των θρανιτών στηρίζονταν σε έναν παρεξειρεσία (στήριγμα) που έδινε στους κωπηλάτες μεγαλύτερο μοχλό». (Paine, 94).
Το πλήρωμα μιας τριήρους περιλάμβανε τους 170 κωπηλάτες, άτομα που κρατούσαν τον ρυθμό με αυλούς και τύμπανα, οπτήρες (παρατηρητές), κελευστές και πηδαλιούχους, μαζί με ένα σώμα πεζικού, τοξοτών και ακοντιστών, ο αριθμός των οποίων μεταβαλλόταν ανάλογα με την εποχή και την αποστολή.
Ο πληθυσμός των ναυτικών αυξήθηκε σημαντικά στην κλασική Αθήνα, σε σημείο που επηρέασε την ισορροπία δυνάμεων η οποία μέχρι τότε συγκεντρωνόταν στα χέρια των γαιοκτημόνων, επηρεάζοντας έτσι το πολιτικό σύστημα που έγινε πιο συμπεριληπτικό. Η ανάγκη για ανθρώπινο δυναμικό, ειδικά για πληρώματα πλοίων σε ορισμένες περιόδους, επηρέασε επίσης τις πολιτικές της αθηναϊκής πόλης, επιτρέποντας πιο χαλαρές προϋποθέσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη.
Ωστόσο, οι ναύτες και οι έμποροι της θάλασσας δεν ήταν ευρέως αποδεκτοί και οι εντάσεις μεταξύ των ναυτικών και των αριστοκρατών της ξηράς σιγοέβραζαν. «Αλλά η Σαλαμίνα βοήθησε στην επικύρωση της έννοιας της δημοκρατίας στην Αθήνα (όπου η τελευταία τυραννία είχε ανατραπεί μόλις τριάντα χρόνια πριν), επειδή η άμυνα της πόλης περιλάμβανε πολίτες ταπεινής καταγωγής και όχι μόνο σώματα πλουσιότερων οπλιτών. Ο ρόλος των πρώτων έγινε μόνιμος κατά τον πέμπτο αιώνα π.Χ., καθώς η Αθήνα καλλιεργούσε μια διαρκώς επεκτεινόμενη αυτοκρατορία συνδεδεμένη με τη μητρόπολη μέσω του εμπορικού και του πολεμικού της στόλου». (Paine, 105).
The Ship’s Ram | Το Έμβολο του Πλοίου

The ram was the pointed prow of the trireme or a bireme, and consisted of a strong wooden structure, a sort of projection of the keel, covered with bronze. Originally it took the form of a boar, and later – from the Classical period onwards – that of a trident.
“The idea of using ships to disable other ships rather than as simple troop carriers to be turned into floating platforms for hand-to-hand combat came to the fore around the ninth century BCE, the date of the earliest pictorial evidence of the ship’s ram.
This may have originated as a forward extension of the keel. In its more developed form it was capped with a heavy bronze fitting, thereby creating what was in essence a massive torpedo of great strength, speed, and hitting power, and designed to punch holes in enemy ships.” (Paine, 93).
The first record of ships’ use of a ram to sink enemies is from the battle of Alalia in 535 BCE where 60 Greek pentekontes ships from Phocaea defeated a Punic-Etruscan fleet of 120 ships while emigrating to the western Mediterranean and the nearby colony of Alalia (now Aléria).
Το έμβολο ήταν η αιχμηρή προεξοχή της πλώρης της τριήρους ή της διήρους και αποτελούνταν από μια ισχυρή ξύλινη κατασκευή, ένα είδος προέκτασης της τρόπιδας (καρίνας), επενδεδυμένη με ορείχαλκο. Αρχικά είχε τη μορφή κάπρου και αργότερα – από την Κλασική περίοδο και μετά – τη μορφή τρίαινας.
«Η ιδέα της χρήσης πλοίων για την αχρήστευση άλλων πλοίων, αντί για απλά μεταγωγικά στρατευμάτων που μετατρέπονταν σε πλωτές πλατφόρμες για μάχη σώμα με σώμα, ήρθε στο προσκήνιο γύρω στον ένατο αιώνα π.Χ., ημερομηνία των παλαιότερων εικονογραφικών ενδείξεων για το έμβολο πλοίου. Αυτό μπορεί να ξεκίνησε ως μια πρόσθια επέκταση της τρόπιδας. Στην πιο εξελιγμένη μορφή του, καλυπτόταν από ένα βαρύ ορειχάλκινο εξάρτημα, δημιουργώντας έτσι αυτό που στην ουσία ήταν μια μαζική τορπίλη μεγάλης αντοχής, ταχύτητας και ισχύος κρούσης, σχεδιασμένη να ανοίγει τρύπες στα εχθρικά πλοία». (Paine, 93).
Η πρώτη καταγραφή χρήσης εμβόλου από πλοία για τη βύθιση εχθρών προέρχεται από τη ναυμαχία της Αλαλίας το 535 π.Χ., όπου 60 ελληνικές πεντηκόντοροι από τη Φώκαια νίκησαν έναν φοινικικό-ετρουσκικό στόλο 120 πλοίων, κατά τη διάρκεια της μετανάστευσής τους προς τη δυτική Μεσόγειο και την κοντινή αποικία της Αλαλίας (σημερινή Aléria).
Trireme Sailing and Tactics | Πλεύση και Τακτικές της Τριήρους
Coordinating such fast, nimble, unstable, and powerful ship, especially during battle maneuvers took a lot of practice, and fleets with better trained crews, such as the Athenian fleet, had often the upper hand in naval battles.
Their weapon was speed, so they had to remain as light as possible. But the longer the ships remained at sea, the heavier they became as the wood soaked water.
Since warships of the time did not have the protective–and heavy–layer of lead sheeting that protected merchant ship hulls from the teredo worm, a wood-boring mollusk that thrives in the Mediterranean, it was imperative to keep triremes as dry as possible, so they were sheltered in dedicated sheepsheads when at port, or were pulled on beaches every night when away.
In battle, “trireme fleets sailed either in line-ahead formation (that is, aligned bow to stern), or line-abreast (side-by-side), the former being standard for cruising, the latter for going into battle under oars. […] As a defensive measure, ships could maneuver themselves into a circle with their rams pointing outward, against which the best offense would be to circle around the group—a maneuver called a periplous—before turning into the enemy ships. Another form of periplous involved a ship’s wheeling around on a pursuing attacker to strike it from astern or abeam.
A distinct maneuver was the diekplous, “sailing through and out,” in which ships in a line-abreast formation rowed through the enemy line before coming about to strike the ships from astern, the most vulnerable part of a trireme.” (Paine 95).
In his History of the Peloponnesian War, Thucydides describes such naval tactics with vidid details:
“The Peloponnesians ranged their vessels in as large a circle as possible without leaving an opening, with the prows outside and the sterns in; and placed within all the small craft in company and their five best sailers to move out at a moment’s notice and strengthen any point threatened by the enemy.
The Athenians, formed in line, sailed round and round them, and forced them to contract their circle, by continually brushing past and making as though they would attack at once, having been previously cautioned by Phormio not to do so till he gave the signal.
His hope was that the Peloponnesians would not retain their order like a force on shore, but that the ships would fall foul of one another and the small craft cause confusion; and if the wind which usually rose toward morning should blow from the gulf (in expectation of which he kept sailing round them), he felt sure they would not remain steady an instant.
He also thought that it rested with him to attack when he pleased, as his ships were better sailers, and that an attack timed by the coming of the wind would tell best.
When the wind came up, the enemy’s ships were now in a narrow space, and what with the wind and the small craft dashing against them, at once fell into confusion: ship fell foul of ship, while the crews were pushing them off with poles, and by their shouting, swearing, and struggling with one another, made captains’ orders and boatswains’ cries alike inaudible, and through being unable for want of practice to clear their oars in the rough water, prevented the vessels from obeying their helmsmen properly.
At this moment Phormio gave the signal, and the Athenians attacked. Sinking first one of the commanders’ ships, they then disabled all they came across, so that no one thought of resistance for the confusion, but all fled for Patrae and Dymesa in Achaea.” (Strassler, 429).
Ο συντονισμός ενός τόσο γρήγορου, ευέλικτου, ασταθούς και ισχυρού πλοίου, ιδιαίτερα κατά τους ελιγμούς μάχης, απαιτούσε πολλή εξάσκηση, και οι στόλοι με καλύτερα εκπαιδευμένα πληρώματα, όπως ο αθηναϊκός, είχαν συχνά το πλεονέκτημα στις ναυμαχίες.
Το όπλο τους ήταν η ταχύτητα, επομένως έπρεπε να παραμένουν όσο το δυνατόν πιο ελαφριά. Όσο περισσότερο όμως τα πλοία παρέμεναν στη θάλασσα, τόσο βαρύτερα γίνονταν καθώς το ξύλο απορροφούσε νερό. Δεδομένου ότι τα πολεμικά πλοία της εποχής δεν διέθεταν το προστατευτικό —και βαρύ— στρώμα μολύβδινης επένδυσης που προστάτευε τα κύτη των εμπορικών πλοίων από τον τερηδόνα (ένα ξυλοφάγο μαλάκιο που ευδοκιμεί στη Μεσόγειο), ήταν επιτακτική ανάγκη οι τριήρεις να διατηρούνται όσο το δυνατόν πιο στεγνές. Για τον λόγο αυτό, προφυλάσσονταν σε ειδικούς νεώσοικους όταν βρίσκονταν στο λιμάνι ή σύρονταν στις παραλίες κάθε βράδυ όταν βρίσκονταν σε αποστολή.
Στη μάχη, «οι στόλοι των τριήρεων έπλεαν είτε σε σχηματισμό “κατά στήλη” (δηλαδή, ευθυγραμμισμένα από την πλώρη προς την πρύμνη), είτε “κατά μέτωπο” (δίπλα-δίπλα), με τον πρώτο να είναι ο τυπικός για την πλεύση και τον δεύτερο για την είσοδο στη μάχη με τα κουπιά. […] Ως αμυντικό μέτρο, τα πλοία μπορούσαν να ελιχθούν σε κύκλο με τα έμβολά τους στραμμένα προς τα έξω, ενάντια στον οποίο η καλύτερη επίθεση θα ήταν η κυκλική κίνηση γύρω από την ομάδα —ένας ελιγμός που ονομαζόταν “περίπλους”— πριν στραφούν εναντίον των εχθρικών πλοίων. Μια άλλη μορφή περίπλου περιλάμβανε την περιστροφή ενός πλοίου γύρω από έναν διώκτη που το καταδίωκε, ώστε να τον πλήξει από την πρύμνη ή από το πλάι. Ένας ξεχωριστός ελιγμός ήταν ο “διέκπλους”, κατά τον οποίο τα πλοία σε σχηματισμό μετώπου κωπηλατούσαν μέσα από την εχθρική γραμμή πριν στρίψουν για να πλήξουν τα πλοία από την πρύμνη, το πιο ευάλωτο μέρος μιας τριήρους». (Paine 95).
Στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Θουκυδίδης περιγράφει τέτοιες ναυτικές τακτικές με ζωντανές λεπτομέρειες:
«Οι Πελοποννήσιοι παρέταξαν τα σκάφη τους σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κύκλο χωρίς να αφήσουν άνοιγμα, με τις πλώρες προς τα έξω και τις πρύμνες προς τα μέσα· και τοποθέτησαν στο κέντρο όλα τα συνοδευτικά μικρά σκάφη και τα πέντε ταχύτερα πλοία τους, ώστε να κινηθούν αμέσως και να ενισχύσουν οποιοδήποτε σημείο απειλούνταν από τον εχθρό. Οι Αθηναίοι, σχηματισμένοι σε γραμμή, έπλεαν γύρω-γύρω από αυτούς και τους ανάγκαζαν να στενέψουν τον κύκλο τους, περνώντας συνεχώς δίπλα τους και προσποιούμενοι ότι θα επιτεθούν αμέσως, έχοντας προηγουμένως προειδοποιηθεί από τον Φορμίωνα να μην το πράξουν μέχρι εκείνος να δώσει το σύνθημα. Η ελπίδα του ήταν ότι οι Πελοποννήσιοι δεν θα διατηρούσαν την τάξη τους όπως μια δύναμη στην ξηρά, αλλά ότι τα πλοία θα έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο και τα μικρά σκάφη θα προκαλούσαν σύγχυση· και αν ο άνεμος που συνήθως σηκωνόταν προς το πρωί φυσούσε από τον κόλπο (προσδοκώντας τον οποίο συνέχιζε να πλέει γύρω τους), ήταν σίγουρος ότι δεν θα παρέμεναν σταθεροί ούτε στιγμή. Πίστευε επίσης ότι εναπέκειτο σε αυτόν να επιτεθεί όποτε ήθελε, καθώς τα πλοία του ήταν ταχύτερα, και ότι μια επίθεση χρονισμένη με τον ερχομό του ανέμου θα είχε το καλύτερο αποτέλεσμα.
Όταν ο άνεμος σηκώθηκε, τα εχθρικά πλοία βρίσκονταν πλέον σε στενό χώρο και, με τον άνεμο και τα μικρά σκάφη να πέφτουν πάνω τους, έπεσαν αμέσως σε σύγχυση: πλοίο έπεφτε πάνω σε πλοίο, ενώ τα πληρώματα τα απωθούσαν με κοντάρια, και με τις φωνές, τις βρισιές και τις προσπάθειές τους, έκαναν τις διαταγές των καπετάνιων και τα κελεύσματα των κελευστών εξίσου μη ακουστά· και επειδή λόγω έλλειψης εξάσκησης δεν μπορούσαν να ελευθερώσουν τα κουπιά τους στο ταραγμένο νερό, εμπόδιζαν τα σκάφη να υπακούουν σωστά στους πηδαλιούχους τους. Εκείνη τη στιγμή ο Φορμίων έδωσε το σύνθημα και οι Αθηναίοι επιτέθηκαν. Βυθίζοντας πρώτα ένα από τα πλοία των διοικητών, αχρήστευσαν μετά όσα συνάντησαν, έτσι ώστε κανείς δεν σκέφτηκε την αντίσταση λόγω της σύγχυσης, αλλά όλοι τράπηκαν σε φυγή προς την Πάτρα και τη Δύμη της Αχαΐας». (Strassler, 429).
Trireme Building | Ναυπήγηση Τριήρους
In the early 5th century BCE, the building of a fleet of triremes, financed by the Laurion Mines, brought a flurry of ship building activity to the coast of Attica that produced 6-8 triremes per month for 6 years, and “this would produce up to two hundred in the period July 483 – May 480; between then and July 480 perhaps another dozen were laid down.
The total number available at the outset of the campaign was over 250. The balance must have been made up with the best of the fleet already in existence.
That so much was achieved in so short a space of time – a crash building programme if ever there was one – is a remarkable tribute to Athenian resourcefulness and perseverance.
Crews were mustered and trained. Skilled craftsmen poured into the Piraeus dockyards. Contracts were placed abroad for ropes and sails and – above all – first-class timber.
Two hundred triremes, for instance, would require no less than 20,000 oars, cut from best pine or fir. (It was no accident that throughout the fifth century BCE the King of Macedon figured so prominently on the Athenian VIP list) Attica’s trees were being used up faster (what with goats and charcoal-burners) than the forests could re-grow themselves, so that almost all lumber had to be imported. (Green, 57).
Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., η ναυπήγηση ενός στόλου τριήρεων, χρηματοδοτούμενη από τα μεταλλεία του Λαυρίου, έφερε μια αναταραχή ναυπηγικής δραστηριότητας στις ακτές της Αττικής, η οποία παρήγαγε 6-8 τριήρεις τον μήνα για 6 χρόνια, και «αυτό θα απέδιδε έως και διακόσιες την περίοδο Ιούλιος 483 – Μάιος 480· από τότε μέχρι τον Ιούλιο του 480 ίσως ξεκίνησε η ναυπήγηση άλλων δώδεκα.
Ο συνολικός αριθμός που ήταν διαθέσιμος κατά την έναρξη της εκστρατείας ήταν πάνω από 250. Το υπόλοιπο πρέπει να συμπληρώθηκε με τις καλύτερες από τις ήδη υπάρχουσες τριήρεις του στόλου. Το ότι επιτεύχθηκαν τόσα πολλά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα —ένα πρόγραμμα ναυπήγησης εξπρές αν υπήρξε ποτέ τέτοιο— αποτελεί έναν αξιοσημείωτο φόρο τιμής στην αθηναϊκή επινοητικότητα και επιμονή.
Τα πληρώματα συγκεντρώθηκαν και εκπαιδεύτηκαν. Εξειδικευμένοι τεχνίτες συνέρρευσαν στα ναυπηγεία του Πειραιά. Ανατέθηκαν συμβόλαια στο εξωτερικό για σχοινιά και πανιά και —πάνω απ’ όλα— για εξαιρετικής ποιότητας ξυλεία. Διακόσιες τριήρεις, για παράδειγμα, θα απαιτούσαν τουλάχιστον 20.000 κουπιά, κομμένα από το καλύτερο πεύκο ή έλατο. (Δεν ήταν τυχαίο ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του πέμπτου αιώνα π.Χ. ο Βασιλιάς της Μακεδονίας κατείχε τόσο εξέχουσα θέση στον κατάλογο των επίσημων προσκεκλημένων της Αθήνας). Τα δέντρα της Αττικής εξαντλούνταν ταχύτερα (λόγω των κατσικιών και των καρβουνιάρηδων) από ό,τι μπορούσαν τα δάση να αναγεννηθούν, έτσι ώστε σχεδόν όλη η ξυλεία έπρεπε να εισάγεται». (Green, 57).
The Cost of a Trireme | Το Κόστος της Τριήρους
According to Karan (61) each trireme cost one talent to build, and it cost one talent to pay the crew of a warship for a month. Athens at the beginning of the Peloponnesian war had 200 triremes in service, while the annual gross income of the city of Athens at the time of Perikles was 1000 talents, with another 6000 in reserve at its treasury.
During the Classical era in Athens, wealthy citizens were responsible for fitting the triremes and paying the crew on behalf of the state. They were called trierarchs.
Σύμφωνα με τον Karan (61), η ναυπήγηση κάθε τριήρους κόστιζε ένα τάλαντο, και ένα τάλαντο κόστιζε η μισθοδοσία του πληρώματος ενός πολεμικού πλοίου για έναν μήνα. Η Αθήνα στην αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου είχε 200 τριήρεις σε υπηρεσία, ενώ το ετήσιο ακαθάριστο εισόδημα της πόλης των Αθηνών την εποχή του Περικλή ήταν 1000 τάλαντα, με άλλα 6000 σε εφεδρεία στο θησαυροφυλάκιό της.
Κατά την Κλασική εποχή στην Αθήνα, εύποροι πολίτες ήταν υπεύθυνοι για τον εξοπλισμό των τριήρεων και την πληρωμή του πληρώματος εκ μέρους του κράτους. Αυτοί ονομάζονταν τριήραρχοι.
Photos of Trireme depictions and reproductions | Φωτογραφίες απεικονίσεων και αναπαραστάσεων τριήρων








Related Pages | Σχετικά Ἀρθρα
Photographs – Φωτογραφίες
Archive: Ship (Showing 1–15 of 49)
← Keyboard Navigation → | ← Πλοήγηση με το πληκτρολόγιο →
The 2018 role-playing action game Assassin’s Creed Odyssey by Ubisoft offers the opportunity to engage in some spectacular imaginary sea battles where the player gets to commandeer a trireme. While fiction, the game ramming sequences offer a unique simulation of the trireme’s bone-crushing impact on an enemy ship’s hull.
Το παιχνίδι δράσης ρόλων του 2018 Assassin’s Creed Odyssey της Ubisoft προσφέρει την ευκαιρία συμμετοχής σε εντυπωσιακές φανταστικές ναυμαχίες, όπου ο παίκτης αναλαμβάνει τη διοίκηση μιας τριήρους. Αν και πρόκειται για μυθοπλασία, οι σκηνές εμβολισμού του παιχνιδιού προσφέρουν μια μοναδική προσομοίωση του συντριπτικού πλήγματος που προκαλούσε το έμβολο της τριήρους στο κύτος ενός εχθρικού πλοίου.


